Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Τα όρια και η υπέρβαση της πολυπολιτισμικότητας

Η πολυπολιτισμικότητα (multiculturalism) αρχικά ως ιδεολογική τάση και κατόπιν ως κοινωνικό φαινόμενο εμφανίστηκε για πρώτη φορά κατά την δεκαετία του 1980 στις Ηνωμένες Πολιτείες και έκτοτε διαδόθηκε δυναμικά, ιδίως κατά την δεκαετία της ιδεολογικής κυριαρχίας της έννοιας της πολιτικής ορθότητας (political correctedness), αυτής των ετών 1990-2000, και στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών, επηρεάζοντας σε καταλυτικό βαθμό την οπτική των κυρίαρχων πολιτικών και πνευματικών ελίτ, καθώς και των υπολοίπων ηγητόρων και διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

3.1.2 Τα όρια της πολυπολιτισμικότητας

Τα όρια και οι αρνητικές εν γένει συνέπειες της πολυπολιτισμικής διάρθρωσης ενός κοινωνικού συνόλου έχουν επισημανθεί και αναδειχθεί από μία σειρά εμπεριστατωμένων μελετών και ερευνών, οι οποίες θα παρουσιαστούν αναλυτικά κατωτέρω.

Η εξέταση των αρνητικών συνεπειών του ιδεολογήματος της πολυπολιτισμικότητας θα αρχίσει με την πλέον πρόσφατη αξιόλογη συμβολή στο πεδίο αυτό, μία αναλυτική στατιστική κοινωνιολογική έρευνα, η οποία διεξήχθη στις Ηνωμένες Πολιτείες από το πλέον έγκριτο πανεπιστήμιο σε παγκόσμιο επίπεδο, το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Πρόκειται για την βαρυσήμαντη Μελέτη του Καθηγητή Πούτναμ, ο οποίος το 2007 δημοσίευσε μία πολυετή και διεξοδική έρευνα για το θέμα.

Ο Ρόμπερτ Ντ. Πούτναμ (Robert David Putnam, γεν. 1941) είναι.....
πολιτικός επιστήμων, Καθηγητής Δημόσιας Πολιτικής στη Σχολή Πολιτικής Διοίκησης Τζων Φίτζεραλντ Κέννεντυ (John Fidgerald Kennedy School of Government) του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ (Harvard University). Ο Πούτναμ, μεταξύ άλλων, έχει δημοσιεύσει μελέτες επί της θεωρίας του κοινωνικού κεφαλαίου (social capital). Με τον όρο κοινωνικό κεφάλαιο προσδιορίζεται στην κοινωνιολογική θεωρία το μέγεθος των κοινωνικών σχέσεων και επαφών, οι οποίες διαμορφώνονται τόσο στο εσωτερικό όσο και ανάμεσα σε κοινωνικά δίκτυα (social networks). Η έννοια υπό τη συγκεκριμένη εκδοχή της διατυπώθηκε για πρώτη φορά κατά την δεκαετία του 1980 από τον Αμερικανό κοινωνιολόγο Τζέιμς Κόουλμαν (James Coleman, 1926-1995). Κατά τον Κόουλμαν στην έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου θα έπρεπε να συμπεριληφθούν όλες εκείνες οι μη οικονομικής φύσης πλευρές του κοινωνικού βίου, οι οποίες επηρεάζουν την οικονομία και την κοινωνική συμπεριφορά.

Συναφής με την έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου είναι αυτή της εμπιστοσύνης (trust), η οποία τα τελευταία έτη έχει απασχολήσει σε αξιοσημείωτο βαθμό την κοινωνιολογική σκέψη. Η εμπιστοσύνη σχετίζεται με την ιδιαίτερη σημασία, την οποία διατηρούν οι κοινωνικές αξίες, η πολιτισμική συνάφεια και η ιστορική-εθνική παράδοση τόσο όσον αφορά στην οικονομική ανάπτυξη και την εσωτερική αποτελεσματικότητα των κοινωνικών συνόλων όσο και όσον αφορά στην διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης.

Το ερευνητικό πρόγραμμα του Καθηγητή Putnam κατέδειξε με σαφήνεια τα όρια και τις εγγενείς δυσκολίες στο εγχείρημα της καταναγκαστικής πολυπολιτισμικότητας. Σε μία ιδιαίτερα αναλυτική μελέτη της σχέσης, η οποία υφίσταται ανάμεσα στην έννοια και το μέγεθος της εμπιστοσύνης στο εσωτερικό των κοινοτήτων και στο ποσοστό της εθνοτικής τους διαφοροποίησης (ethnic diversity), ο Πούτναμ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αύξηση της εθνικής διαφοροποίησης αντιστοιχεί σε μείωση του βαθμού εμπιστοσύνης τόσο ανάμεσα σε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες, όσο και στο εσωτερικό αυτών των ομάδων.

Με άλλα λόγια όσο πιο πολυπολιτισμική είναι μία κοινωνία, τόσο πιο αυξημένος είναι ο κίνδυνος απώλειας της κοινωνικής συνοχής, ανάδυσης αντιπαλοτήτων και μεσοπρόθεσμα της αποδιοργάνωσης του κοινωνικού ιστού και μακροπρόθεσμα της τελικής κατάρρευσης του κοινωνικού συνόλου, με καταστροφικά για όλα τα μέλη αυτού αποτελέσματα. Αύξηση της εθνοτικής διαφοροποίησης προκαλεί μείωση του κοινωνικού κεφαλαίου για το σύνολο της κοινωνίας. Η πολυπολιτισμικότητα φαίνεται υπό μία τέτοια οπτική να οδηγεί όχι σε μία αρμονική, ιδεαλιστική ήδη ως σύλληψη, κοινωνία, αλλά σε έναν ανοικτό και ανηλεή ενδοκοινωνικό ανταγωνισμό, αν όχι σε κανονικό ενδοκρατικό πόλεμο και πολλαπλές συγκρούσεις.

Η Μελέτη Πούτναμ διακρίνεται για την βασιμότητα του δείγματος εργασίας και των δεδομένων της, καθώς δεν αφορούσε μεμονωμένες περιπτώσεις ή ασύνδετες πληθυσμιακές ομάδες, αλλά βασίστηκε σε δείγμα, το οποίο αξιοποιούσε άνω των σαράντα (40) περιπτώσεων κοινοτήτων και περίπου 30.000 άτομα, από όλη την επικράτεια του κράτους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η μειωμένη εμπιστοσύνη, η οποία προκύπτει από την πολυπολιτισμική διάρθρωση ενός κοινωνικού συνόλου και η αυξημένη εθνοτική διαφοροποίηση δεν επηρεάζει απλώς τους κατοίκους ενός κράτους, τόσο τους αυτόχθονες όσο και τους επήλυδες μετανάστες, αλλά δημιουργεί μία σειρά αρνητικών καταστάσεων, οι οποίες αφορούν και τις δύο αυτές ομάδες. Αυτές συγκεκριμένα οι αρνητικής υφής συνέπειες είναι οι κατωτέρω: 
  1. Μείωση της εμπιστοσύνης στις τοπικές διοικητικές αρχές, τους τοπικούς πολιτικούς ηγέτες, καθώς και τα τοπικά μέσα ενημέρωσης.
  2. Μείωση της πολιτικής αποτελεσματικότητας (political efficacy), δηλαδή της εμπιστοσύνης, την οποία επιδεικνύει ένα άτομο στην ατομική του επιρροή στο πλαίσιο μίας κοινωνικής ομαδοποίησης.
  3. Μείωση της συχνότητας εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους, ώστε τα άτομα να ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα. Σε αντίστιξη παρατηρείται, εν είδει ποιοτικής υποκατάστασης, αύξηση του ενδιαφέροντος για την πολιτική δραστηριότητα και αυξημένη συμμετοχή σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, καθώς και σε ομάδες κοινωνικής δράσης, όπως δίκτυα πολιτών με συγκεκριμένη θεματολογία.
  4. Μείωση της αναμονής συνεργασίας εκ μέρους των άλλων ατόμων για τον κοινό σκοπό της επίλυσης προβληματικών καταστάσεων επί τη βάσει μίας συλλογικής δραστηριότητας (collective action).
  5. Μείωση των πιθανοτήτων συμμετοχής ενός ατόμου μέσω παροχής εργασίας σε ένα εγχείρημα της τοπικής κοινωνίας.
  6. Μείωση των πιθανοτήτων παροχής οικονομικής στήριξης σε δίκτυα υποστήριξης ασθενέστερων στρωμάτων ή προσφοράς βοήθειας στο πλαίσιο του εθελοντισμού.
  7. Μείωση του αριθμού των φίλων και των συνεργατών.
  8. Μείωση του προσλαμβανομένου ποσού ευτυχίας και υποβάθμιση του επιπέδου διαβίωσης.
  9. Απομόνωση και κατά μόνας διασκέδαση μέσω της παρακολούθησης τηλεοπτικών προγραμμάτων. Αυξανόμενη αποδοχή της πρότασης ότι «η τηλεόραση είναι η σημαντικότερη ατομική μορφή διασκέδασης».

Σε μεθοδολογικό επίπεδο τα πορίσματα της Μελέτης Πούτναμ προκαλούν ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα και την επιστημονική εγκυρότητα τόσο της θεωρίας της επικοινωνίας (contact theory) όσο και της θεωρίας των συγκρούσεων (conflict theory), όπως αυτές είχαν εφαρμοστεί στο ιδιαίτερο πεδίο των διεθνικών και διαφυλετικών σχέσεων.

Η διαφοροποίηση που παρατηρείται ανάμεσα στις θέσεις της θεωρίας της επικοινωνίας και στα πορίσματα της Μελέτης Πούτναμ αφορά στην εκτίμηση της αύξησης ή μείωσης της εμπιστοσύνης ανάμεσα στα μέλη διαφορετικών εθνοτικών ομάδων. Σύμφωνα με την παραδοσιακή άποψη το μέγεθος της εμπιστοσύνης θα αυξάνεται όσο μέλη προερχόμενα από διαφορετικές εθνοτικές ομάδες θα γνωρίζουν και θα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, οδηγώντας σε μία κατάσταση αμοιβαίας κατανόησης και αποδοχής, η οποία θα καταλήξει σε ανοικτή συνεργασία.

Οι παρατηρήσεις του Gambetta για την έννοια της εμπιστοσύνης είναι αρκετά διαφωτιστικές επ’ αυτού του σημείου: «Η εμπιστοσύνη […] αποτελεί ένα ιδιαίτερο επίπεδο υποκειμενικής πιθανότητας με την οποία ένας δρων υποθέτει ότι ένας άλλος δρων ή ομάδα δρώντων θα επιτελέσουν μια ιδιαίτερη δράση, αφενός πριν ο ίδιος μπορέσει να καταγράψει αυτή τη δράση (ή ανεξάρτητα από την ικανότητά του να την καταγράψει) και αφ ετέρου σε ένα πλαίσιο που επηρεάζει τη δική του δράση. Όταν λέμε ότι εμπιστευόμαστε κάποιον ή ότι κάποιος είναι άξιος εμπιστοσύνης, εννοούμε υπόρρητα ότι η πιθανότητα να προβεί σε μια ενέργεια ευεργετική ή τουλάχιστον μη επιζήμια για μας είναι τόσο υψηλή ώστε να προχωρήσουμε σε κάποια μορφή συνεργασίας μαζί του. Αντίστοιχα, όταν λέμε ότι κάποιος δεν είναι άξιος εμπιστοσύνης, υπαινισσόμεθα ότι η πιθανότητα αυτή είναι αρκετά μικρή, ώστε να μας αποτρέπει να κάνουμε κάτι τέτοιο».

Η Μελέτη Πούτναμ καταρρίπτει το πρόωρο ανωτέρω συμπέρασμα, σύμφωνα με το οποίο οι διαφορετικές εθνοτικές ομάδες θα επιδεικνύουν αυξημένο ενδιαφέρον συνεργασίας και διαδραστικότητας, αφού διαπιστώθηκε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων, ασχέτως της φυλετικής ή εθνοτικής τους προέλευσης, του φύλου, της γλώσσας ή της ηλικίας τους δεν επέδειξαν την αναμενόμενη κατά το σχήμα της θεωρίας της επικοινωνίας συμπεριφορά. Αντί, δηλαδή, να αυξηθεί η επικοινωνία, η αμοιβαία αναγνώριση και αποδοχή και να ενισχυθεί η διαδραστικότητα των ατόμων, παρατηρήθηκαν εμφανείς τάσεις απομόνωσης, αυτό-αποκλεισμού και μηδενικής επικοινωνίας μεταξύ των διαφορετικής καταγωγής ή άλλων ιδιοτήτων άτομα.

Ιδιαίτερο προβληματισμό, όμως, προκαλεί ο πρόσθετος συσχετισμός της Μελέτης Πούτναμ με την θεωρία των συγκρούσεων. Σύμφωνα με τις αρχές της θεωρίας των συγκρούσεων η έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στις επιμέρους εθνοτικές ομάδες αυξάνεται νομοτελειακά και αναλογικά όσο αυξάνεται και η εθνική διαφοροποίηση. Ως προς αυτό το σημείο η παλαιότερη θεωρία των συγκρούσεων συμφωνεί με τα νεώτερα πορίσματα της Μελέτης Πούτναμ. Η τελευταία, ωστόσο, εισάγει ένα πρόσθετο πεδίο συγκρούσεων, αυτό που αφορά στο εσωτερικό κάθε ομάδας, υπόθεση, η οποία επαληθευόμενη οδηγεί στην πλήρη κοινωνική αποσάθρωση.

Ο αρνητικός χαρακτήρας της πολυπολιτισμικότητας για μία συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα, τις γυναίκες, είχε επισημανθεί ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 σε ένα θαρραλέο άρθρο της θεωρητικού του φεμινισμού Σούζαν Μόλλλερ Όκιν (Susan Moller Okin, 1946-2004), Καθηγήτριας της Ηθικής στην Κοινωνία του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ (Stanford University), με τίτλο ‘Είναι η πολυπολιτισμικότητα επιβλαβής για τις γυναίκες;’. Το βασικό επιχείρημα της Όκιν συνίσταται στην ασυμβατότητα ανάμεσα στην αρχή της καθολικότητας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε ορισμένες πολιτιστικές πρακτικές μη-δυτικών θρησκευτικών συστημάτων, όπως του Ισλάμ.

Σε πολλές κουλτούρες των μειονοτήτων οι γυναίκες αντιμετωπίζονται με τρόπο μειωτικό και υπόκεινται σε μία σειρά υποβαθμιστικών και αντιδημοκρατικών πρακτικών, όπως η πολυγαμία, η τέλεση γάμου σε παιδική ηλικία, ο επιβαλλόμενος αναλφαβητισμός, ακόμη και η ακραία και ειδεχθής τακτική του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων, τακτική συνήθης στον ισλαμικό κόσμο. Οι υπέρμαχοι της άκριτης πολυπολιτισμικότητας παραβλέπουν αυτές τις αναχρονιστικές τακτικές με την πλήρη και ανεξέταστη αποδοχή των θρησκευτικών και πολιτιστικών πρακτικών των μη-δυτικών μειονοτήτων. Η πρόκριση των συλλογικών δικαιωμάτων μίας αναγνωρισμένης πολιτισμικής ομάδας ουσιαστικά συνιστά υποχώρηση των ατομικών δικαιωμάτων κάθε μέλους αυτής της ομάδας, ιδίως των γυναικών, όταν ισχύουν μειωτικές για αυτές πολιτιστικές πρακτικές. Μία κοινωνία, βασισμένη στις αρχές του δημοκρατικού φιλελευθερισμού, όπως είναι οι δυτικές κοινωνίες, ουσιαστικά υπονομεύει την ισότητα των δύο φύλων, όταν προσφέρει νομική και πολιτική αναγνώριση σε πολιτιστικές ομάδες, οι οποίες προβαίνουν σε διακρίσεις ή ακόμη και σε βιαιοπραγίες κατά των γυναικείων μελών του πληθυσμού τους.

Η περίπτωση αυτή είναι ιδιαίτερα εύγλωττη με τις αναχρονιστικές πρακτικές μέρους του Ισλάμ, οι οποίες αναπαράγονται ως πολιτιστικές πρακτικές στις κοινότητες των μουσουλμάνων μεταναστών στις δυτικές κοινωνίες. Η πολυπολιτισμική θεωρία, επικυρώνοντας τις μειωτικές σε βάρος των γυναικών συμπεριφορές ως μέρος της διακριτής πολιτισμικής ταυτότητας των κοινοτήτων των μεταναστών, ουσιαστικά αναιρεί την καθολικότητα του νόμου και της έννοιας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται νησίδες παρανομίας, κοινωνικής καταπίεσης, αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς και βαρβαρότητας στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών. Οι υπέρμαχοι της πολυπολιτισμικότητας, επομένως, κατ’ ουσίαν, αναλωμένοι στην αυταρέσκεια μίας θεωρητικολογίας, η οποία αγνοεί τα απτά δεδομένα της κοινωνικής πραγματικότητας, συνεπικουρούν την διαιώνιση της κοινωνικής καταπίεσης και την πολιτισμική οπισθοδρόμηση.

Οι αρνητικές συνέπειες της κατίσχυσης του ιδεολογήματος της πολυπολιτισμικότητας στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών τόσο όσον αφορά στην έννοια της νομικής ισότητας των ατόμων όσο και στην κοινωνική συνοχή αναδείχθηκαν με άριστα τεκμηριωμένο τρόπο από έναν άλλο Αμερικανό κοινωνιολόγο, τον Μπράιαν Μπάρρυ (Brian Barry). Στην μελέτη του Culture and Equality: An Egalitarian Critique of Multiculturalism (2000), ο Μπάρρυ επισημαίνει την αποδιοργάνωση των δικτύων κοινωνικής αναφοράς και της κοινωνικής αλληλεγγύης που προκαλεί η πολυπολιτισμικότητα, καθώς και την υποχώρηση της έννοιας των ατομικών δικαιωμάτων.

Φαίνεται ότι επιβεβαιώνεται η κοινωνιολογική προσέγγιση του Κέβιν ΜακΝτόναλντ (Kevin B. MacDonald, γεν. 1944), Καθηγητή Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πολιτείας της Καλιφόρνια (California State University), σύμφωνα με την οποία οι διαφορετικές εθνοτικές ομάδες στο εσωτερικό μίας πολυπολιτισμικά δομημένης κοινωνίας, τελικά θα συγκρούονται μεταξύ τους για την κυριαρχία στο κοινωνικό πεδίο και στο κοινωνικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα.

Στην ομιλία του κατά την παραλαβή του Συγγραφικού Βραβείου Τζακ Λόντον (Jack London Literary Price), ο ΜακΝτόναλντ επεσήμανε τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην άκριτη αποδοχή της έννοιας της πολυπολιτισμικότητας: «Δεδομένου ότι ορισμένες εθνοτικές ομάδες – ιδίως αυτές, ο οποίες διατηρούν υψηλό επίπεδο εθνοκεντρισμού και κοινωνικής κινητικότητας (mobilization) – θα συνεχίσουν αναμφίβολα να λειτουργούν ως ομάδες για μακρό χρονικό διάστημα στο προβλεπόμενο μέλλον, η μονόπλευρη αποποίηση της εθνικής ιδιαιτερότητας από ορισμένες ομάδες [στην περίπτωσή μας του ελληνικού και ευρωπαϊκού αυτόχθονος λαού - σ.τ.σ.] ισοδυναμεί απλώς με την παράδοση και την ήττα τους. Πρόκειται για το αδιέξοδο της εξόντωσης, το οποίο μνημονεύει η δαρβινική θεωρία. Το μέλλον, επομένως, ακριβώς όπως το παρελθόν, αναπόφευκτα θα καταστεί ένας αδυσώπητος δαρβινικός ανταγωνισμός, στο πλαίσιο του οποίου η εθνικότητα θα διαδραματίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο.

Η εναλλακτική πρόταση, την οποία αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαίοι και οι ευρωπαϊκής καταγωγής πληθυσμοί σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο είναι να θέσουν συνειδητά τους εαυτούς τους σε μία θέση τεράστιας αδυναμίας, όπου οι επιμέρους προοπτικές τους θα καθορίζονται από άλλους λαούς, πολλοί, μάλιστα, από τους οποίους διατηρούν έντονα αισθήματα αντίθεσης προς αυτούς [τους Ευρωπαίους και τους ευρωπαϊκής καταγωγής πληθυσμούς] με βάση μακραίωνες ιστορικές εμπειρίες. Η προώθηση από τους ίδιους τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς της σταδιακής υποκατάστασής τους συνιστά την έσχατη απερισκεψία και ανοησία – πρόκειται για ένα ιστορικό λάθος καταστροφικών διαστάσεων».

Η πολυπολιτισμικότητα, επομένως, ισοδυναμεί με προετοιμασία ενός εσωτερικού κοινωνικού πολέμου, μεσοπρόθεσμου ή μακροπρόθεσμου, η ένταση του οποίου θα διογκώνεται συν τω χρόνω. Οι αυτόνομες πολιτιστικές και εθνοτικές κοινότητες των μεταναστών, στο πλαίσιο ενός πλέγματος παράλληλων κοινωνιών θα δρούν ως κοινωνικοί καιροσκόποι επί τη βάσει της πολιτισμικής τους ιδιαιτερότητας. Η έννοια του καιροσκοπισμού (opportunism) σχετίζεται με έναν τύπο κοινωνικής δράσης, ο οποίος στηρίζεται σε χαρακτηριστικά του εγωιστή ορθολογιστή δρώντος. Στην περίπτωση του καιροσκοπισμού, η επιδίωξη της εξυπηρέτησης του ιδίου συμφέροντος της αυτόνομης πολιτισμικής κοινότητας από τον δρώντα (εδώ την κοινότητα των μεταναστών) συμπεριλαμβάνει σε έναν βαθμό την απόπειρα της εξαπάτησης των άλλων, εδώ του κράτους και της κοινωνικής πλειονότητα του αυτόχθονος λαού. Με άλλα λόγια οι πολιτισμικές κοινότητες των μεταναστών εξεταζόμενες ως καιροσκόποι δρώντες πολιτισμικής πλέον υφής «θα παράσχουν επιλεκτικές η διαστρεβλωμένες ή ακόμη και λανθασμένες πληροφορίες» στους συναλλασσόμενους εταίρους τους (εδώ το κράτος και την κοινωνική πλειονότητα του αυτόχθονος λαού).

Οι κοινότητες των μεταναστών θα καταστούν κατ’ αυτόν τον τρόπο ιδεότυποι της έννοιας του λαθρεπιβάτη (free rider). Η δράση του λαθρεπιβάτη εντάσσεται στο πεδίο της συλλογικής δράσης, όπου κυρίαρχο είναι το στοιχείο της εθελοντικότητας. Ο δρων επιδιώκει να αποκομίσει οφέλη κατά παράβαση της αρχής της αμοιβαιότητας στον καταμερισμό κόστους- ωφέλειας που υπάρχει τόσο στις ατομικές συναλλαγές όσο και στην επιδίωξη συλλογικών αγαθών, μειώνοντας όσο το δυνατόν το ατομικό του κόστος από μια κοινή σχέση και μεταθέτοντάς το στους άλλους είτε στους συναλλασσόμενους είτε στους συλλογικούς δρώντες (εδώ στο κράτος και στην κοινωνική πλειονότητα του αυτόχθονος λαού) στο βαθμό που η συμπεριφορά του αυτή δεν πρόκειται να επισύρει κάποια κύρωση.
Η επίκληση της διαφορετικότητας, της αυτόνομης πολιτισμικής ύπαρξης από τις κοινότητες των μεταναστών θα λειτουργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο ως μέθοδος αποκόμισης ιδιαίτερων οφελών από το κράτος και μάλιστα σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας του αυτόχθονος λαού. Οι κοινότητες των μεταναστών, οι οποίες δεν θα έχουν αφομοιωθεί, θα λειτουργούν υπονομευτικά για την αρχή της κοινωνικής ενότητας, δημιουργώντας ίδιες ομάδες επιμέρους συμφερόντων, υπονομεύοντας την κρατική και κοινωνική συνοχή (social cohesion), καθώς μάλιστα η συμπεριφορά τους αυτή θα ενθαρρύνεται στο πλαίσιο ενός ασαφούς ιδεολογήματος πολυπολιτισμικότητας και διατήρησης της πολιτισμικής τους προέλευσης.

Προκύπτει, επομένως, το συμπέρασμα, ότι η πολυπολιτισμικότητα δεν συνιστά λειτουργική επιλογή διαφύλαξης της κοινωνικής ειρήνης για ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Η συνύπαρξη με ένα οριοθετημένο ποσοστό μεταναστών προϋποθέτει όχι την θεσμοθέτηση παράλληλων, αυτονομημένων από την κοινωνική πλειοψηφία, κοινοτήτων και κοινωνιών των μεταναστών, αλλά προϋποθέτει εκ των ων ουκ άνευ την αφομοίωση των μεταναστών. Η αφομοίωση είναι εφικτή μόνον όπου υπάρχει ήδη υψηλός βαθμός πολιτισμικής συνάφειας. Πολιτισμική συνάφεια του ελληνικού λαού με ομάδες μεταναστών υπάρχει μόνον με τους ευρωπαϊκής καταγωγής μετανάστες. Πολιτισμική συνάφεια δεν υπάρχει με τους Ασιάτες και μουσουλμάνους μετανάστες. Συνεπώς οι μουσουλμάνοι μετανάστες δεν είναι δυνατόν να αφομοιωθούν είτε μεσοπρόθεσμα είτε μακροπρόθεσμα στην ελληνική κοινωνία και θα πρέπει να δρομολογηθεί μία διαδικασία επαναπατρισμού και απόδοσης των ασιατικής καταγωγής μεταναστών στο γεωγραφικό πλαίσιο προέλευσής τους, ώστε να επανενταχθούν αρμονικά στις κοινωνίες των κρατών προέλευσής τους και να συμβάλουν στην ανάπτυξη των δικών τους κοινωνικών συνόλων.

Πολυπολιτισμικότητα σημαίνει σε τελική ανάλυση μείωση της εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών, κοινωνική κατάτμηση και μακροπρόθεσμα κοινωνική κατάρρευση. Το αναχρονιστικό, μη λειτουργικό πλέον σε παγκόσμιο επίπεδο ιδεολόγημα της πολυπολιτισμικότητας πρέπει να αντικατασταθεί στην περίπτωσή μας από την έννοια της Κυρίαρχης Εθνικής και Ευρωπαϊκής Κουλτούρας (βλέπε αναλυτικά την επόμενη ενότητα 3.2).

Μια επισκόπηση της ισχύουσης νομοθεσίας σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες για την απόδοση της ιθαγένειας και της υπηκοότητας στους μετανάστες είναι διαφωτιστική για τα όρια, αλλά και για τις συνειδητές ή μη ιδεολογικές ακρότητες των εν Ελλάδι οπαδών της πολυπολιτισμικότητας.

3.1.4 Ευρωπαϊκές κοινωνίες και απόδοση ιθαγένειας στους μετανάστες

3.1.4.1 Η γερμανική νομοθεσία για την απόδοση ιθαγένειας

Η γερμανική νομοθεσία για την απόδοση της ιθαγένειας τροποποιήθηκε πρόσφατα με την εισαγωγή της Νομοθεσίας για την κρατική υπηκοότητα (Staatsangeröhigkeitsgesetz).

Στην Γερμανία πολίτης καθίσταται κάποιος εάν:
1. Έχει έναν γονέα Γερμανό πολίτη με τη γέννηση του (Abstammungsprinzip, κριτήριο προέλευσης. Πρόκειται για εφαρμογή της νομικής έννοιας του δικαίου του αίματος ήτοι της εθνοφυλετικής καταγωγής (jus sanguinis).
Όσον αφορά στην διαδικασία της πολιτογράφησης, της ένταξης, δηλαδή, αλλοδαπών στην γερμανική κοινωνία, η γερμανική νομοθεσία προβλέπει ότι ένας μετανάστης αποκτά το δικαίωμα πολιτογράφησης (Einbürgerung) εάν έχει γεννηθεί στην επικράτεια του γερμανικού κράτους (Geburtsortprinzip, κριτήριο τόπου γέννησης. Πρόκειται για εφαρμογή της νομικής έννοιας του δικαίου του εδάφους (jus soli).

Η πολιτογράφηση πραγματοποιείται μόνον σε περίπτωση που ισχύουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α. Να είναι επί οκτώ (8) συνεχόμενα έτη μόνιμος και νόμιμος κάτοικος της Γερμανίας.
β. Να γνωρίζει την γερμανική γλώσσα σε ικανοποιητικό επίπεδο.
γ. Να έχει λευκό ποινικό μητρώο.
δ. Να αποδέχεται τις αρχές του γερμανικού Συντάγματος.
ε. Να έχει την δυνατότητα οικονομικής αυτοσυντήρησης.
στ. Να αποποιηθεί της προηγούμενης ιθαγένειάς του. Εξαιρούνται οι πολίτες κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι μπορούν να διατηρήσουν την ιθαγένεια της χώρας προέλευσής τους.
Τα τέκνα αλλοδαπών γονέων, τα οποία έχουν γεννηθεί στην Γερμανία, λαμβάνουν την γερμανική υπηκοότητα μόνον σε περίπτωση που έχουν γεννηθεί μετά την 1/1/2000 και ο ένας εκ των δύο γονέων τους διέθετε άδεια αορίστου χρόνου διάρκειας τριών (3) ετών προτού το τέκνο γεννηθεί και συνολικά οκτώ (8) έτη νόμιμης κατοικίας στην Γερμανία. Και πάλι η γερμανική ιθαγένεια δεν απονέμεται κατά τρόπο αυτόματο, αλλά κατόπιν σχετικής υποβολής αίτησης κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στη συμπλήρωση των δεκαοκτώ έως και τα είκοσι τρία έτη.

3.1.4.2 Η ελβετική νομοθεσία για την απόδοση ιθαγένειας

Η ελβετική νομοθεσία για την απόδοση της ιθαγένειας είναι από τις πλέον συντεταγμένες και προσεγμένες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, χαρακτηρίζεται δε από σαφές αυστηρό και οριοθετημένο νομικό πλαίσιο, διαφυλάσσοντας την ευημερία και τον τρόπο ζωής του ελβετικού κράτους. Η Ελβετία ως κράτος διαθέτει ομοσπονδιακό πολιτειακό σύστημα και η απόδοση της ιδιότητας του Ελβετού πολίτη αφορά σε επίπεδο συγκεκριμένης κοινότητας και καντονιού.
Κατ’ αρχήν σε ομοσπονδιακό επίπεδο πολίτης καθίσταται κάποιος Ελβετός εάν ισχύουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
  1. Έχει έναν γονέα Ελβετό πολίτη με τη γέννηση του (Πρόκειται για εφαρμογή της νομικής έννοιας του δικαίου του αίματος ήτοι της εθνοφυλετικής καταγωγής (jus sanguinis).
  2.  Εάν έχει υιοθετηθεί έως την ηλικία των 18 ετών, έως ότου ενηλικιωθεί, δηλαδή, από Ελβετό πολίτη.

Η απόδοση της ελβετικής ιθαγένειας δεν συμβαίνει επ’ ουδενί κατά τρόπο αυτόματο, ήτοι απλώς με την γέννηση κάποιου εντός του ελβετικού κράτους.
Όσον αφορά στην διαδικασία της πολιτογράφησης, της ένταξης, δηλαδή, αλλοδαπών στην ελβετική κοινωνία, η ελβετική νομοθεσία προβλέπει ότι σε ομοσπονδιακό επίπεδο ένας μετανάστης αποκτά το δικαίωμα πολιτογράφησης (Einbürgerung), σε περίπτωση που ισχύουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις. Ο ενδιαφερόμενος να πολιτογραφηθεί αλλοδαπός θα πρέπει:
α. Να είναι επί δώδεκα (12) συνεχόμενα έτη μόνιμος και νόμιμος κάτοικος της Ελβετίας.
β. Να έχει αφομοιωθεί από πολιτιστικής άποψης, ήτοι θα πρέπει να γνωρίζει τα ελβετικά έθιμα και τις ελβετικές πολιτιστικές παραδόσεις.
γ. Να τηρεί το νομοθετικό πλαίσιο του ελβετικού κράτους. Να μην έχει καταδικαστεί σε κάποιο είδος φυλάκισης και να μην εκκρεμούν κατηγορίες εναντίον του.
δ. Να μη θέτει σε κίνδυνο την εσωτερική ή εξωτερική ασφάλεια του ελβετικού κράτους. Η διάταξη αυτή αφορά κυρίως στους μουσουλμάνους μετανάστες ισλαμιστικών πεποιθήσεων.
Σε περίπτωση απορριπτικής απόφασης επί αίτησης πολιτογράφησης, δεν υφίσταται δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά της ως ανωτέρω απορριπτικής απόφασης.

Οι ανωτέρω (α-δ) προϋποθέσεις ισχύουν για την κατ’ αρχήν αποδοχή της αίτησης πολιτογράφησης του αλλοδαπού σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Κατόπιν ο ενδιαφερόμενος αλλοδαπός λαμβάνει την άδεια να αιτηθεί πολιτογράφησης στο επίπεδο του καντονιού και της κοινότητας. Τα επιμέρους καντόνια του ελβετικού κράτους διαθέτουν ιδιαίτερη νομοθεσία για την διαδικασία πολιτογράφησης. Οι προϋποθέσεις ποικίλουν και το χρονικό διάστημα μόνιμης και νόμιμης διαβίωσης σε κάποιο καντόνι ποικίλλει από τα δύο (2) έως και τα δώδεκα (12) έτη. Το αυτό ισχύει και για τις κοινότητες του ελβετικού κράτους.

3.1.4.3 Η δανική νομοθεσία για την απόδοση ιθαγένειας

Η δανική νομοθεσία για την απόδοση της ιθαγένειας. Η δανική νομοθεσία είναι ιδιαίτερα προσεγμένη και θα ήταν δυνατόν να χρησιμεύσει ως πρότυπο για αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις στην ισχύουσα ελληνική νομοθεσία. Στην Δανία πολίτης καθίσταται κάποιος εάν:

1. Έχει έναν γονέα Δανό πολίτη με τη γέννηση του (Πρόκειται για εφαρμογή της νομικής έννοιας του δικαίου του αίματος ήτοι της εθνοφυλετικής καταγωγής (jus sanguinis).
2. Εάν έχει υιοθετηθεί έως την ηλικία των 12 ετών από Δανό πολίτη.
3. Εάν η μητέρα του παντρευτεί Δανό πολίτη πριν ο ίδιος γίνει 18 ετών.
4. Με δήλωση για τους πολίτες των λεγομένων νορδικών χωρών (Φινλανδία, Ισλανδία, Νορβηγία, Σουηδία). Πρόκειται ουσιαστικά για μια απλοποιημένη διαδικασία πολιτογράφησης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ενδιαφέρον είναι ότι το σημείο αυτό, όπως και το (1) εισάγουν όρους εθνοφυλετικής καταγωγής και πολιτισμικής συνάφειας στην απόδοση ιθαγένειας.
5. Με πολιτογράφηση.

Στην περίπτωση της πολιτογράφησης, ο ενδιαφερόμενος μετανάστης οφείλει να προχωρήσει σε μία σειρά ενεργειών. Αυτές είναι οι κατωτέρω:
α. Ένα είδος επίσημης δήλωσης πίστης στη Δανία.
β. Πρέπει να αναφέρει όλες τις παραβάσεις που έχει κάνει ή για τις οποίες έχει κατηγορηθεί, ακόμα και για κάτι τόσο ασήμαντο όσο ένα πρόστιμο για υπερβολική ταχύτητα. Αν αργότερα διαπιστωθεί ότι ο μετανάστης είχε αποκρύψει κάποιο στοιχείο, είναι εφικτή η ανάκληση της απόδοσης ιθαγένειας.
γ. Να αποποιηθεί την προηγούμενη ιθαγένειά του.
δ. Να είναι επί εννέα (9) συνεχόμενα έτη μόνιμος και νόμιμος κάτοικος της Δανίας.
ε. Να μην έχει καταδικαστεί σε κάποιο είδος φυλάκισης και να μην εκκρεμούν κατηγορίες εναντίον του. Για κάποια δε αδικήματα προστίθεται χρόνος τον οποίο πρέπει να περιμένει κάποιος για να μπορέσει να πολιτογραφηθεί.
στ. Να μη χρωστά στο κράτος.
ζ. Να συντηρεί τον εαυτό του, να μην έχει δεχτεί κανενός είδους κρατικής κοινωνικής βοήθειας ή επιδόματος για χρονικό διάστημα, το οποίο θα καλύπτει τα τεσσεράμισι (4,5 ) τουλάχιστον από τα τελευταία πέντε (5 ) έτη.
η. Γνώση της δανέζικης γλώσσας είτε με ειδικό τεστ είτε έχοντας περάσει τις εξετάσεις μετά την τρίτη τάξη του Γυμνασίου.
θ. Να περάσει από τεστ πολίτη που εξετάζει τις γνώσεις του για τη κοινωνία, κουλτούρα και ιστορία της Δανίας.

3.1.4.4 Το προτεινόμενο ελληνικό νομοσχέδιο

Το προτεινόμενο νομοσχέδιο της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου, σε αντίθεση με την κυρίαρχη νομοθεσία στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, προβλέπει ιδαίτερα συνοπτικές και ευνοικές για τους μετανάστες και λαθρομετανάστες προϋποθέσεις πολιτογράφησης:

  1. Παρέχει την ελληνική ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο, ήτοι χωρίς κάποια υποχρέωση υποβολής δήλωσης, με τη γέννηση, σε τέκνα μεταναστών, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει πενταετία νόμιμης παραμονής στην Ελλάδα και αυτό μάλιστα με μία απλή υπεύθυνη δήλωση των γονέων τους.
  2. Παρέχει την ελληνική ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο, ήτοι χωρίς κάποια υποχρέωση υποβολής δήλωσης, με τη γέννηση σε τέκνα μεταναστών, τα οποία παρακολούθησαν έξι (6) έτη διδασκαλίας και μάλιστα όχι συνεχόμενα σε ελληνικό σχολείο, ανεξαρτήτως νομικού καθεστώτος των γονέων τους, με μία απλή υπεύθυνη δήλωση των γονέων τους. Σε περίπτωση δε που οι γονείς αμελήσουν να υποβάλουν την ανωτέρω δήλωση για ως άνω αναφερόμενες περιπτώσεις, τα τέκνα αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο με μία απλή δήλωση κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στη συμπλήρωση των δεκαοκτώ έως και τα είκοσι ένα έτη.
  3. Παρέχει την ελληνική ιθαγένεια σε τέκνα μεταναστών, τα οποία παρακολούθησαν τα τρία (3) πρώτα έτη της υποχρεωτικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα άτομα αυτά θα αποκτούν, όπως και στην περίπτωση (2) την ελληνική ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο με μία απλή δήλωση κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στη συμπλήρωση των δεκαοκτώ έως και τα είκοσι ένα έτη.
  4. Παρέχει την ελληνική ιθαγένεια κατά τρόπο αυτόματο, ήτοι χωρίς κάποια υποχρέωση υποβολής δήλωσης, σε τέκνα μετανάστη γονέα, ο οποίος γεννήθηκε και κατοικεί μόνιμα στην Ελλάδα από τη γέννησή του.
  5. Σε περίπτωση, κατά την οποία ένας ενήλικας μετανάστης δεν εμπίπτει σε κάποια εκ των ανωτέρω τεσσάρων κατηγοριών, θεωρείται προϋπόθεση πολιτογράφησης η απλή διαμονή στην Ελλάδα επί πέντε (5) από τα τελευταία δέκα (10) έτη.
Το προτεινόμενο νομοσχέδιο συνιστά νομική υποχώρηση και αναχρονιστικό πλαίσιο αναφοράς της πολιτογράφησης των μεταναστών, τελεί δε σε ριζική ασυμφωνία με την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία. Και αυτό διότι η διαδικασία της πολιτογράφησης πραγματοποιείται με ιδιαίτερα απλουστευμένο και πρόχειρο τρόπο για τους μετανάστες της δεύτερης γενιάς και εντελώς αυτόματα για τους μετανάστες της τρίτης γενιάς.

Οι διαφορές ανάμεσα στο πρότυπο της Γερμανίας, της Ελβετίας και της Δανίας και στις προτεινόμενες νομοθετικές μεταβολές στην Ελλάδα είναι πολυάριθμες και δεν αφορούν απλώς στους τύπους, αλλά και την ουσία του νόμου. Το προτεινόμενο ελληνικό πλαίσιο ουσιαστικά προχωρεί στην πολιτογράφηση όλων σχεδόν των μεταναστών και των λαθρομεταναστών. Ενώ στην Δανία απαιτείται η οικονομική αυτοσυντήρηση του μετανάστη και η επί εννέα έτη σταθερή παραμονή του και φυσικά η κατά το διάστημα αυτό άμεμπτη από νομικής άποψης συμπεριφορά του, στο προτεινόμενο ελληνικό νομοσχέδιο το διάστημα αυτό μειώνεται δραστικά στα πέντε έτη, χωρίς αυτό το χρονικό διάστημα να απαιτείται να είναι συνεχές, ενώ δεν υπάρχει ρήτρα για την ενδεχόμενη παραβατική συμπεριφορά του μετανάστη.

Όσον αφορά δε στην εκπαίδευση των μεταναστών απαιτείται απλώς τριετής υποχρεωτική παρακολούθηση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή ο μετανάστης να έχει φοιτήσει έως την Γ΄ Δημοτικού. Με αυτόν τον τρόπο το ελληνικό κράτος θα καταστεί πόλος έλξης ενός ακατάρτιστου και χωρίς πολιτιστικό υπόβαθρο, πληθυσμού μεταναστών, ενώ στην Δανία και την Ελβετία το νομοσχέδιο λαμβάνει πρόνοια για την προσέλκυση μεταναστών με τεχνικές δεξιότητες και γνώσεις. Σε γενικές δε γραμμές η απόδοση της ιθαγένειας πραγματοποιείται πολύ πιο επιμελημένα και έπειτα από αυξημένο χρονικό διάστημα παραμονής στην εκάστοτε χώρα σε σχέση με το προτεινόμενο ελληνικό νομοσχέδιο.

Ενώ στην Δανία απαιτείται η ταυτόχρονη αποποίηση της προγενέστερης ιθαγένειας, στην Ελλάδα ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν εξετάζεται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ωστόσο, συντηρείται το ψυχικό και ιδεολογικό ρήγμα με το ελληνικό κράτος και δυσχεραίνεται η διαδικασία ομαλής αφομοίωσης των μεταναστών.
Το γεγονός δε ότι οι ανησυχητικές προοπτικές, οι οποίες επισημαίνονται στην Μελέτη Πούτναμ, εντοπίζονται σε ένα κράτος, το οποίο τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει καταστήσει ως επίσημη, θεσμικά εκπεφρασμένη, ιδεολογία του, την συγχώνευση (θεωρία του Melting pot) και την πολυπολιτισμική διάρθρωση και ιδεολογική αναπαράσταση του κοινωνικού συνόλου, οπωσδήποτε προκαλεί πρόσθετο προβληματισμό. Και αυτό διότι αν η πολυπολιτισμικότητα απέτυχε σε ένα ισχυρό κράτος με ήδη εγνωσμένη πολυεθνική δομή, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το λογικά εξαγόμενο συμπέρασμα είναι ότι αυτονόητα και αναπόφευκτα θα αποτύχει σε ένα κράτος, όπως η Ελλάδα, το οποίο αφενός είναι πολύ πιο αδύναμο και με εγγενή δομικά προβλήματα αφετέρου περιλαμβάνει ένα σύνολο κατοίκων με υψηλή εθνική συνείδηση και επίγνωση της ιδιαιτερότητάς του.

Η πολυπολιτισμικότητα και η αναγωγή του δόγματος της ετερότητας και της διαφοράς σε κυρίαρχη πολιτική αντίληψη της θέασης του κοινωνικού συνόλου στην θα οδηγήσει στην λιβανοποίηση της χώρας, ήτοι στην ουσιαστική κατάτμηση του κοινωνικού συνόλου σε διαφορετικές ομάδες με ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες για την κρατική ενότητα και την κρατική ασφάλεια.
Στην ιδεολογική αντεπίθεση της Νέας Κεντροδεξιάς για το μεταναστευτικό θα πρέπει να προβληθούν ορισμένες χρήσιμες έννοιες-κλειδιά, ορισμένα θεματικά μοτίβα, η αξιοποίηση των οποίων θα καθιστά ευχερέστερη την έκθεση των θέσεων για το επίμαχο θέμα της πολυπολιτισμικότητας. Έννοιες αυτού του τύπου είναι η ποσόστωση πολιτισμικής συνάφειας, η Κυρίαρχη Εθνική και Ευρωπαϊκή κουλτούρα, η συμβατότητα του πολιτισμικού πλαισίου.

Η ποσόστωση της πολιτισμικής συνάφειας αφορά στην καθιέρωση περιοριστικού ποσοστού εισδοχής μεταναστών από χώρες με ασιατικό και μουσουλμανικό πληθυσμό.

Η Κυρίαρχη Εθνική και Ευρωπαϊκή Κουλτούρα, ορολογία των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών, αφορά στην επικράτηση, αντί της πολυπολιτισμικότητας, ενός πλαισίου-οδηγού για το εκάστοτε κράτος. Η πολυπολιτισμικότητα οδηγεί σε κατάτμηση, η Κυρίαρχη Κουλτούρα σε αφομοίωση των μεταναστών.
Η συμβατότητα του πολιτισμικού πλαισίου σχετίζεται με την ανωτέρω έννοια της ποσόστσωης της πολιτισμικής συνάφειας και αφορά στην αναγκαιότητα προσέλκυσης μετανστών από συγγενείς από πολιτισμικής άποχης χώρες, όπως η ευρύτερη περιφέρεια των Βαλκανίων, όχι όμως η αφρικανική ήπειρος και οι ασιατικές μουσουλμανικές χώρες.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΤΟΥΛΑΣ
politismospolitis.org

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου